Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Πλεονασματικός απολογισμός.

Πριν από λίγο έγραψα για τελευταία φορά στο ημερολόγιο του 2012 και το διάβασα από την αρχή ως το τέλος. Ένιωσα μία μικρή νοσταλγία και λίγη πίκρα. Επειδή φεύγει. 


Το 2012 ήταν ένας πανέμορφος χρόνος για μένα. Ο πρώτος ως φοιτήτρια και ως ενήλικη. Η αρχή της αληθινής ζωής. Νέοι φίλοι, πολλές εμπειρίες, αγαπημένα μέρη, συναυλίες και θέατρα, πολλά βιβλία, έντονα συναισθήματα, αλλαγές προς το καλύτερο, αμέτρητες στιγμές ευτυχίας... Από την άλλη, το 2012 ήταν ταυτόχρονα ο χειρότερος χρόνος σε κοινωνικό επίπεδο. Τόσο που ντρέπομαι να λέω πόσο υπέροχος ήταν για μένα. 

Δεν θέτω στόχους για τη νέα χρονιά. Ό,τι είναι να έρθει, θα έρθει. Ξέρει η ζωή... 

Εύχομαι μόνο το 2013 να φέρει στη ζωή μου ακόμη περισσότερους νέους ανθρώπους, ευτυχισμένες στιγμές και πολλές πολλές αγκαλιές.

Και σε όλον τον κόσμο εύχομαι υγεία, αισιοδοξία και αξιοπρέπεια.


Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Απεγνωσμένες προσπάθειες.

Μου ήρθαν δύο τρελές ιδέες στο μυαλό.

α) Να γράψω ένα γράμμα σ' εκείνο το παιδί που συναντάω τυχαία μέσα στα πανεπιστήμια και στο οποίο έχει κολλήσει το μυαλό μου τις τελευταίες μέρες. Να το έχω πάντα μαζί μου και όταν τον ξανασυναντήσω να του το δώσω. Έτσι, χωρίς λόγο.

β) Να πάω σ' εκείνον και να του πω: "Σ' ευχαριστώ. Σ' ευχαριστώ για όσα δεν ξέρεις ότι μου έχεις προσφέρει. Μόνο αυτό έχω να πω. Βαρέθηκα πάντα να ψάχνω λέξεις για να εκφράσω ό,τι νιώθω. Μπορώ να σε αγκαλιάσω;"

Τι κρίμα που ξέρω ότι δεν θα πραγματοποιήσω καμία από τις δύο.

 

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Για ένα πακέτο τσιγάρα camel.

 Θεσσαλονίκη, 14/12/2012
03:36

Γεια. Δεν με ξέρεις. Και δεν θα με μάθεις ποτέ.  Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να εκφράσω όλα αυτά που μπερδεύονται μέσα στο κεφάλι μου και κάνουν τα πάντα να μοιάζουν τόσο μάταια. Μάλλον δεν θα μπορέσω. Να ένας λόγος που ζηλεύω τους ποιητές. Κάνω υπεράνθρωπη προσπάθεια να μη γίνω μελοδραματική. Παιχνίδι χαμένο εξαρχής. Λοιπόν. Κοίτα. Φαινομενικά έχω τα πάντα. Δυο γονείς που με λατρεύουν. Ένα σπίτι που αγαπώ. Φίλους, κάποιους στενούς, κάποιους όχι. Σπουδές πάνω στο αντικείμενο που επέλεξα. Γενικά, μία ήσυχη, όμορφη ζωή. Έχω συμβιβαστεί με όλα αυτά. Μαθαίνω να νιώθω ευτυχισμένη και να λέω πως τίποτα άλλο δεν ζητάω. Και έρχεσαι μια μέρα εσύ, πρώτα στα όνειρά μου και έπειτα απέναντί μου με σάρκα και οστά, μου τα ανατρέπεις όλα και με κάνεις να συνειδητοποιήσω ή να νιώσω -δεν ξέρω, αλήθεια- πως ουσιαστικά δεν έχω τίποτα. Οι γονείς μου παλεύουν μεταξύ τους και μαζί μου για το ποιος θα με κάνει καλύτερο κακέκτυπο του εαυτού του. Το σπίτι μου με περιορίζει γιατί με κάνει να νιώθω ξένη οπουδήποτε αλλού. Οι φίλοι μου ποτέ δεν με γνώρισαν πραγματικά, έβλεπαν και έκριναν μόνο την επιφάνεια. Οι σπουδές μου δεν έχουν σχέση με τ' όνειρό μου, όσο κι αν προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου για το αντίθετο. Ξέρω πως οι πολλοί με θεωρούν ευτυχισμένη. Εσύ τι πιστεύεις; Πώς ορίζεις την ευτυχία; Σε ρωτάω κι ας ξέρω πως ποτέ δεν θα μάθω την απάντηση. Συνεχίζω. Από τότε που εισέβαλες στη ζωή μου, όπου και να πάω, ό,τι και να κάνω, η μοναξιά που νιώθω είναι ανείπωτη. Δεν έχω ζήσει τίποτα. Βλέπω τους άλλους να ζουν ή να νομίζουν πως ζουν και εγώ απλά παρατηρώ τη ζωή μου να περνάει. Έχω χάσει τον έλεγχο. Είμαι απλός θεατής. Όπως τότε, που με άκουσα να σε ρωτάω αν μπορώ να σου κάνω μια αγκαλιά. Εσύ πότε ένιωσες πρώτη φορά ζωντανός; Γαμώτο, το μισώ όλο αυτό. Μισώ να μονολογώ. Μισώ τον εαυτό μου όταν γίνομαι μελοδραματική. Μισώ την προσπάθειά μου να μη γίνω μελοδραματική. Μισώ την απερισκεψία μου να ανοίγομαι σε ανθρώπους που ξέρω εκ των προτέρων ότι δεν θα καταλάβουν. Μισώ την επίδραση που έχουν τα λόγια τους πάνω μου. Κάθε φορά μετανιώνω και κάθε φορά ξανακάνω το ίδιο λάθος. Είναι όμως αυτή η λαχτάρα να μοιραστώ και αυτή η ελπίδα μήπως αυτή τη φορά κάτι αλλάξει. Άραγε αυτοί είναι πεζοί ή εγώ υπερβολική; Δεν ξέρω. Ίσως και τα δύο. Μισώ που σε αφήνω να έχεις τόση επιρροή πάνω μου. Μισώ που ποτέ δεν θα διαβάσεις αυτά που σου γράφω. Μισώ που δεν μπορώ να κάνω τίποτα περισσότερο από το να στέκομαι κάπου παραδίπλα και να απολαμβάνω να σε κοιτώ να αυτοκαταστρέφεσαι.

Τι τα θες... Όλα μάταια. Κείμενο-αυτογκόλ. Ξέρεις εσύ...

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Προσωπική επιλογή.

 
Πάντα το ίδιο.


Το ανέφικτο, το απαγορευμένο, το ασυνήθιστο, το απροσπέλαστο, το δύσκολο, το απρόσιτο, το καταδικαστέο, το απλησίαστο, το ανήθικο.


Αυτό που κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί την ομορφιά του, που θα υποστείς συνέπειες αν το πλησιάσεις, που ανήκει αλλού, που εκμηδενίζει κάθε ηθική, που οφείλεις να μείνεις μακριά του.


Ένα βλέμμα που προσπαθεί να εκφράσει το θαυμασμό που ποτέ δεν θα εκφραστεί με λέξεις./Μια συνάντηση στο λεωφορείο που υποκαθιστά τις άλλες συναντήσεις που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθούν./Μια "καλημέρα" που υποκαθιστά όλα αυτά που ποτέ δεν θα ειπωθούν./Η φαντασία που υποκαθιστά την πραγματικότητα.


Κρατάς την αναπνοή σου. Δέχεσαι την ενέργειά του. Αυτό που εκπέμπει. Νιώθεις γεμάτη. Βιώνεις τον έρωτα στην πιο πλήρη του μορφή.


Πάντα έπρεπε να μένεις μακριά από αυτά που ποθείς. Εξαίρεση καμία. Δικό σου είναι το λάθος. Αν είναι λάθος. Εσύ το επιλέγεις. Δεν το αλλάζεις με τίποτα. Δεν θέλεις να το αλλάξεις. Κατά βάθος σου αρέσει. Το αγαπάς. Αυτή είσαι. Ή θα τα ζήσεις όλα ή τίποτα. Το μέτριο δεν είναι αποδεκτό.


Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Ανώφελες σκέψεις.

Θα ήθελα να μπορούσα να ζήσω σε όλα τα σπίτια που υπάρχουν. Ίσως γι' αυτό να μ' αρέσει τα βράδια να κοιτάζω στα παράθυρα των διαμερισμάτων που έχουν αναμμένο φως και τραβηγμένες κουρτίνες. Γιατί έτσι μπορώ να "κλέψω" λίγο από τη ζωή των ανθρώπων που μένουν εκεί.

Θα ήθελα να μπορούσα να ζήσω σ' εκείνο το σπίτι το χτισμένο σε μεγάλη κλίση στη Νεάπολη, στο άλλο στη Μπαρμπούτα στη Βέροια με τα όμορφα λουλούδια στη βεράντα, σ' ένα από τα σπιτάκια της συνοικίας Ουζιέλ στο Ντεπώ, σ' εκείνο το διαμερισματάκι ακριβώς μπροστά στη θάλασσα στα Σύβοτα της Λευκάδας, σε κάποια από τις μικροσκοπικές μονοκατοικίες με τις πολύχρωμες πόρτες και τα ξύλινα παραθυρόφυλλα στην Άνω Πόλη, σ' εκείνο το μικρό σπιτάκι με την όμορφη αυλή στα Ανώγεια.


Και όχι μόνο στην Ελλάδα. Σ' ένα μικρό διαμέρισμα με θέα το Βόσπορο στην Κωνσταντινούπολη ή στις πανέμορφες πολυκατοικίες της Βαρκελώνης με τα μικρά και ανθισμένα μπαλκονάκια και συγκεκριμένα σ' εκείνο με τα στριμωγμένα στο μπαλκόνι ποδήλατα.


Θα ήθελα να μπορούσα να περπατήσω σε όλους τους δρόμους και όλα τα σοκάκια του κόσμου, τα μάτια μου να τραβούσαν φωτογραφίες με ένα βλέμμα και να αποτύπωναν κάθε ομορφιά και κάθε ασχήμια τριγύρω.


Θα ήθελα να προλάβαινα να διαβάσω όσα βιβλία υπάρχουν. Θα ήθελα να μπορούσα να γνωρίσω όλους τους ανθρώπους που υπάρχουν και έχουν υπάρξει.


Θα ήθελα να μπορούσα να είμαι πολλοί. Να είμαι ζωγράφος, ηθοποιός, συγγραφέας και ποιητής, συνθέτης, πιανίστας και βιολιστής, φωτογράφος και γλύπτης.


Θα ήθελα να γνωρίσω τα πάντα.

Θα ήθελα να είμαι τα πάντα.


Βαρκελώνη

Βαρκελώνη

Βαρκελώνη

Μπαρμπούτα, Βέροια

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Ματαιότητα.

Μακάρι να μην είχα την επίγνωση.
Επίγνωση ότι ποτέ μα ποτέ
δεν θα μοιραστούμε μια κούπα ζεστό καφέ,
δεν θα περιπλανηθούμε μαζί στην πόλη,
δεν θα σε δω αγουροξυπνημένο,
δεν θα κολυμπήσουμε μαζί στη θάλασσα,
δεν θα πάμε μια κυριακάτικη βόλτα,
δεν θα σε δω να θυμώνεις,
δεν θα σε δω να διαβάζεις την εφημερίδα σου,
δεν θα σε ακούσω να σιγοτραγουδάς,
δεν θα σε δω στεναχωρημένο,
δεν θα πάμε μαζί σε θερινό σινεμά,
δεν θα συζητήσουμε για ένα βιβλίο,
δεν θα διαβάσεις αυτά που σου γράφω,
δεν θα με αγκαλιάσεις,
δεν θα κάνουμε τίποτα από αυτά τα μικρά, 

ασήμαντα πράγματα που δίνουν νόημα στην κάθε μας μέρα.
 

Επίγνωση ότι σύντομα
θα ξεχάσω το χρώμα των ματιών σου,
θα είναι θαμπή ανάμνηση ο τρόπος που με κοιτούσες,
θα πάψω να νιώθω τη ζεστασιά του αγγίγματός σου,
θα αρχίσω να πιστεύω ότι όλα ήταν ένα όνειρο.


Παρ' όλα αυτά, σ' ευχαριστώ.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Αυλαία.

Είναι κι αυτή η δειλία μας. Που περιμένουμε κάτι με ανυπομονησία μικρού παιδιού και όταν αυτό έρχεται, το φοβόμαστε. Κάνουμε πίσω, υποχωρούμε.

Κι ας το ξέρουμε ότι την επόμενη στιγμή θα το έχουμε μετανιώσει. Λες και δεν έχει γίνει ξανά και ξανά. Λες και θέλουμε να επιβεβαιώσουμε ότι κι αυτή τη φορά θα συμβεί. Και αυτό συμβαίνει πάλι· και πάλι καταρρακωνόμαστε· και πάλι θυμώνουμε με τον εαυτό μας.

Αυτό είμαστε όμως. Άνθρωποι περιβαλλόμενοι από τα τείχη της δειλίας μας, των φόβων μας, των "πρέπει" μας. Δεν κάνουμε ένα βήμα παραπέρα μην και ξεπεράσουμε τα όρια που άλλοι όρισαν για μας.

Και η ζωή μας είναι αυτό. Μία αρχή, μία μέση, ένα τέλος. Μια ευθεία γραμμή, χωρίς διακυμάνσεις, χωρίς απρόοπτα. Η μία στιγμή ακολουθεί την άλλη με λογική αλληλουχία. Τίποτα δεν παρεκκλίνει από την τροχιά στην οποία έχει τεθεί.

Άλλοι δεν το συνειδητοποιούμε ποτέ, άλλοι το συνειδητοποιούμε όταν είναι πλέον αργά. Κι ευχόμαστε να γυρνούσε ο χρόνος πίσω. Για να ζήσουμε αυτό που θα έκανε μία μόνο στιγμή μας πολύτιμη. Αυτή η στιγμή όμως θα άξιζε πολύ περισσότερο από ολόκληρες μέρες μας.

Βλέπεις, αν γυρνούσε ο χρόνος πίσω, όλα στη ζωή θα ήταν τόσο εύκολα. Όμως δεν γυρίζει.

Αυτό που ζούμε δεν είναι πρόβα, είναι η μία και μοναδική παράσταση που έχουμε την ευκαιρία να δώσουμε. Ευτυχώς αρκετά μεγάλη σε διάρκεια κι έτσι κάποιες φορές  προλαβαίνουμε να καλύψουμε εκ των υστέρων τα "στραβοπατήματά" μας επί σκηνής. Όχι εντελώς, η εντύπωση του λάθους στιγματίζει το έργο. Ίσως αυτό μας αξίζει. Οφείλαμε να είμαστε πιο προσεκτικοί εξαρχής.

Αλλά είπαμε, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Ας το συνειδητοποιήσουμε και ας επανορθώσουμε ό,τι προλαβαίνουμε πριν πέσει η αυλαία.



Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Αποχαιρετισμός.

Έλεγες ότι πρέπει να μάθω να κοιτάζω ψηλά.
Το εννοούσες κυριολεκτικά. 
Τα κτίρια και ό,τι κρύβεται πίσω από αυτά. Την ιστορία τους.
Όμως έτσι, ψηλά κοιτούσα και πριν από σένα.
Αυτό που μου έμαθες εντέλει ήταν να πώς να κοιτάζω ψηλά μεταφορικά.
Πώς να στηρίζομαι στις δικές μου δυνάμεις.
Τώρα το ξέρω: Όλοι φεύγουν.
Εγώ όμως δεν θα φύγω ποτέ.
Θα μείνω εδώ να πολεμάω για τα όνειρά μου ως το τέλος.
Σ' ευχαριστώ που μου 'μαθες να κοιτάζω ψηλά.
Αντίο και καλή τύχη.

Θα μου λείψεις.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Επάνοδος.

Είναι κάτι βραδιές που τα όνειρα ξυπνούν από το λήθαργο στον οποίο τα έχεις ρίξει και εμφανίζονται μπροστά σου πιο απαιτητικά από ποτέ.

Σε κατηγορούν ότι τα έβαλες σε δεύτερη μοίρα. Ότι δεν τα φροντίζεις όπως τότε. Λίγο έλειψε μάλιστα να τα εγκαταλείψεις εντελώς. Έχεις άλλες προτεραιότητες πλέον. Δεν παλεύεις γι' αυτά καθημερινά.

Τα άφησες σε μια άκρη του μυαλού σου και ζεις τη ζωή σου λέγοντας ότι δεν ήρθε ακόμη η ώρα. Δικαιολογίες. Η κατάλληλη στιγμή για να βρεθείς λίγο πιο κοντά στα όνειρά σου είναι το παρόν.

Σου υπενθυμίζουν ότι αν δεν υπήρχαν αυτά, δεν θα ήσουν τώρα εδώ. Ποιος ξέρει ποιο δρόμο -ακατάλληλο για σένα- θα είχες πάρει... Έχουν δίκιο.

Τα παρακαλάς να σου δείξουν λίγη επιείκεια γιατί τα λόγια τους πονάνε και εσύ τον τελευταίο καιρό ξεσυνήθισες στον πόνο.

Ξέρεις ότι δεν έχεις δικαιολογία. Δεν σου επιτρέπεται πια να μεμψιμοιρείς, τώρα όλα είναι στο χέρι σου. Πέρασε η εποχή που σου επιτρεπόταν να πεις ότι θέλεις αλλά δεν μπορείς.

Τώρα όλα είναι εδώ: η ζωή, οι ευκαιρίες, τα όνειρα. Σκάσε και κυνήγα τα.


Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ερώτηση κρίσεως.


Σιωπή που σπάζει τη σιωπή
Σκέλια σκισμένα μ' έν' αστερισμό
Με μια ρανίδα της φωνής του

Σιωπή που σπάζει τη σιωπή
Τα σκέλια και τα χέρια
Σκισμένα μ' έν' αστερισμό
Με μια ρανίδα της φωνής του

Τώρα η φωνή του χάθηκε
Με μια σφεντόνα έν' αιτό
Θα βρει τον δρόμο τον σωστό
Να σιγοπερπατήσει

Από το ποίημα "Υγρασία" του Μάνου Χατζιδάκι.


 "Dicebant mihi sodales, si sepulchrum amici visitarem, curas meas aliquantulum fore levatas."

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Μεγάλη Πέμπτη.

Εσύ, που παίρνεις τα αγαπημένα πρόσωπα
και τα μεταμορφώνεις για πάντα.
Εσύ, που καταστρέφεις ό,τι όμορφο δίνει η φύση
δίχως ίχνος σεβασμού και δέους.
Εσύ, που δεν μας αντιμετωπίζεις όλους ισότιμα,
όπως νομίζουμε,
αλλά τυχαία, γιατί όχι και άδικα.
Εσύ, που παίρνεις εκείνο το βλέμμα και το κάνεις χώμα,
όπως χώμα κάνεις κι εκείνα τα ευγενικά χέρια.
Εσύ, που μας ισοπεδώνεις χωρίς να υπολογίζεις τίποτα,
ούτε την αγάπη,
και μόνη παρηγοριά μάς μένουν οι μνήμες και οι φωτογραφίες.
"Το βάσανο είναι οι μνήμες. Και το βάσανο και η χαρά."
Εσύ, αδυσώπητε Θάνατε.


Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Παράκληση.

Γαμημένες λέξεις. Εκφράστε την ψυχή μου. Εκφράστε την ευγνωμοσύνη και την ευλογία που νιώθω. Πώς όμως αφού είστε δικές μου κι εγώ ακόμη και για να τον περιγράψω δικές του λέξεις χρησιμοποιώ;

Αερικό. Όχι άνθρωπος. Δεν πατάει στη γη και κάνει τις ψυχές να πετάνε. Πώς εκφράζει αυτός τα συναισθήματά μου καλύτερα από μένα;

Γαμημένες λέξεις που στολίζετε μόνο το δικό του λόγο κι εμένα με αφήνετε εδώ να παλεύω μαζί σας, αναζητώντας την έμπνευση που δεν έρχεται. Που κι αυτή του ανήκει.

Γαμημένες λέξεις που του δίνεστε ολοκληρωτικά και εκφράζετε τα μύχια της ψυχής του. Ενώ εμάς μας αφήνετε με την ψευδαίσθηση ότι καταλαβαίνουμε έστω κάτι ελάχιστο από αυτά που εννοεί. Που σας ψελίζουμε χωρίς να σας νιώθουμε και χωρίς να ξέρουμε τι λέμε. Άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο.

Παραιτούμαι. Είναι άβατες περιοχές αυτές για τους κοινούς θνητούς. Σιωπή. Τον αφήνω να μιλήσει εκ μέρους μου. Έτσι δεν γινόταν πάντοτε άλλωστε;

*θα περιμένω λίγο φως ξανά, ξανά να ζήσει πάλι ό,τι δεν είναι πια εδώ...


Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Ασπρόμαυρη εικόνα.

Ήσουν εσύ.
Ναι, σε αναγνώρισα από μακριά.
Αποφάσισα να σε ακολουθήσω.
Έτσι κι αλλιώς δεν είχα κάποιο προορισμό, ούτε βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι.
Φορούσες ένα μακρύ μαύρο παλτό και κρατούσες μία κόκκινη ομπρέλα. Φαινόσουν βιαστικός.
Προσπαθούσα να μη σε χάσω από τα μάτια μου, κρατώντας όμως απόσταση για να μη με αντιληφθείς.
Δεν ξέρω γιατί νόμιζα ότι θα καταλάβαινες ότι σε ακολουθώ αν με έβλεπες.
Διέσχισες σχεδόν όλη την πόλη με τα πόδια και εγώ εκεί, πίσω σου, μέσα στη βροχή, χωρίς ομπρέλα.
Δεν με ένοιαζε όμως.
Οι στάλες που έπεφταν στο πρόσωπό μου ήταν λυτρωτικές, εξαγνιστικές.
Εξάλλου, σε άγγιζα κι αυτό ήταν αρκετό. Ναι, η οπτική επαφή μου αρκούσε.
Πώς θα μπορούσα άλλωστε να ζητήσω κάτι περισσότερο;
Χωρίς να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου έβαλα να ακούσω το τραγούδι που σε θυμίζει.
Ήθελα να το συνδυάσω ακόμη περισσότερο μαζί σου, να το ακούω και να βλέπω τη φιγούρα σου μέσα στη βροχή.
Ίσως να είναι η μοναδική μου ανάμνηση από σένα.
Μάλλον κατευθυνόσουν προς το σταθμό.
Κι εγώ πάντα εκεί, να ανασαίνω την αύρα του κορμιού σου και να εύχομαι να διαρκέσει αιώνια αυτή η νυχτερινή περιπλάνηση και ταυτόχρονα αποπλάνηση.
Κάποια στιγμή, σε ένα κόκκινο φανάρι, γύρισες, με κοίταξες και... δεν ήσουν εσύ.
Εκείνος δεν είχε τίποτα δικό σου.
Μα πώς πίστεψα ότι ήσουν εσύ;
Ότι ήσουν εδώ, σε αυτή την ασφυκτική, γεμάτη από ανθρώπους αλλά άδεια πόλη;

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Σε εκείνον τον άγνωστο...

Εικόνα των ονείρων μου.
Μπροστά στα μάτια μου. Είσαι εδώ.
Ο καφές και το τσιγάρο.
Το βλέμμα. Η αύρα.
Ακριβώς αυτό. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
Ιδανικός για όλα τα επιτρεπόμενα αλλά και για τα άλλα.
Εκείνα που σου ταιριάζουν περισσότερο.
Κι εγώ εδώ. Μια εικόνα μόνο. Τίποτα άλλο.
Αυτό ήταν, είναι και θα είναι.
Ποτέ ξανά.
Πάντα εκείνη η αίσθηση της ζεστασιάς από τον τρόπο που κρατάς το τσιγάρο και τον καφέ.
Και η ευφορία η προερχόμενη από το βλέμμα σου.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Λίγοι στίχοι μόνο...


Θά μεταλάβω μέ νερό θαλασσινό
στάλα τή στάλα συναγμένο ἀπ' τό κορμί σου
σέ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
ποῦ κοινωνοῦσαν πειρατές πρίν πολεμήσουν.

Από το ποίημα Fata Morgana του Νίκου Καββαδία.


Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Επιθυμίες.

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά-
έτσ' η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν' αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης [1904]

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Λόγου συνέχεια.

Λόγου συνέχεια

Ήθελε μαζί του να ζήσει τόσα πολλά
πράγματα μικρά, σχεδόν ενοχικά
μια κούπα ζεστό καφέ μια Κυριακή πρωί
κάπου στο πλάι του, βουβά
Ήθελε μαζί του να να ζήσει τόσα πολλά
λίγο μελάνι απ’ τη γραφή του
βαμμένο κόκκινο, λιωμένο
να διαγράφει τη μορφή του
Ήθελε μαζί του να ζήσει τόσα πολλά
τα βλέφαρά του να φιλήσει
τόσο πολύ, τόσο απλά

που ξέχασ’ ολάκερη να ζήσει

Κρυσταλλία Κατσαρού

Στον Δ.Τ.

*Καλή Χρονιά σε όλους.