Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Ασπρόμαυρη εικόνα.

Ήσουν εσύ.
Ναι, σε αναγνώρισα από μακριά.
Αποφάσισα να σε ακολουθήσω.
Έτσι κι αλλιώς δεν είχα κάποιο προορισμό, ούτε βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι.
Φορούσες ένα μακρύ μαύρο παλτό και κρατούσες μία κόκκινη ομπρέλα. Φαινόσουν βιαστικός.
Προσπαθούσα να μη σε χάσω από τα μάτια μου, κρατώντας όμως απόσταση για να μη με αντιληφθείς.
Δεν ξέρω γιατί νόμιζα ότι θα καταλάβαινες ότι σε ακολουθώ αν με έβλεπες.
Διέσχισες σχεδόν όλη την πόλη με τα πόδια και εγώ εκεί, πίσω σου, μέσα στη βροχή, χωρίς ομπρέλα.
Δεν με ένοιαζε όμως.
Οι στάλες που έπεφταν στο πρόσωπό μου ήταν λυτρωτικές, εξαγνιστικές.
Εξάλλου, σε άγγιζα κι αυτό ήταν αρκετό. Ναι, η οπτική επαφή μου αρκούσε.
Πώς θα μπορούσα άλλωστε να ζητήσω κάτι περισσότερο;
Χωρίς να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου έβαλα να ακούσω το τραγούδι που σε θυμίζει.
Ήθελα να το συνδυάσω ακόμη περισσότερο μαζί σου, να το ακούω και να βλέπω τη φιγούρα σου μέσα στη βροχή.
Ίσως να είναι η μοναδική μου ανάμνηση από σένα.
Μάλλον κατευθυνόσουν προς το σταθμό.
Κι εγώ πάντα εκεί, να ανασαίνω την αύρα του κορμιού σου και να εύχομαι να διαρκέσει αιώνια αυτή η νυχτερινή περιπλάνηση και ταυτόχρονα αποπλάνηση.
Κάποια στιγμή, σε ένα κόκκινο φανάρι, γύρισες, με κοίταξες και... δεν ήσουν εσύ.
Εκείνος δεν είχε τίποτα δικό σου.
Μα πώς πίστεψα ότι ήσουν εσύ;
Ότι ήσουν εδώ, σε αυτή την ασφυκτική, γεμάτη από ανθρώπους αλλά άδεια πόλη;

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Σε εκείνον τον άγνωστο...

Εικόνα των ονείρων μου.
Μπροστά στα μάτια μου. Είσαι εδώ.
Ο καφές και το τσιγάρο.
Το βλέμμα. Η αύρα.
Ακριβώς αυτό. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
Ιδανικός για όλα τα επιτρεπόμενα αλλά και για τα άλλα.
Εκείνα που σου ταιριάζουν περισσότερο.
Κι εγώ εδώ. Μια εικόνα μόνο. Τίποτα άλλο.
Αυτό ήταν, είναι και θα είναι.
Ποτέ ξανά.
Πάντα εκείνη η αίσθηση της ζεστασιάς από τον τρόπο που κρατάς το τσιγάρο και τον καφέ.
Και η ευφορία η προερχόμενη από το βλέμμα σου.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Λίγοι στίχοι μόνο...


Θά μεταλάβω μέ νερό θαλασσινό
στάλα τή στάλα συναγμένο ἀπ' τό κορμί σου
σέ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
ποῦ κοινωνοῦσαν πειρατές πρίν πολεμήσουν.

Από το ποίημα Fata Morgana του Νίκου Καββαδία.