Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Απενοχοποίηση.

Και ξέρεις τι είναι αυτό που με θυμώνει; Που φοβάμαι να σου πω τι θέλω από σένα γιατί νιώθω πως δεν έχω το δικαίωμα. Τέλος πάντων, θα το επιχειρήσω τώρα εδώ. Ούτως ή άλλως πάντα μου ταίριαζε καλύτερα ο γραπτός από τον προφορικό λόγο.

Θέλω να σε δω να τριγυρίζεις στο σπίτι μου γυμνός, να νιώσω ξανά σα να σε ξέρω χρόνια ενώ έχουμε περάσει μαζί μόνο λίγες ώρες, να κάνουμε έρωτα στον καναπέ, να νιώσω την οικειότητα της μυρωδιάς σου, να σκεπαστείς με το πάπλωμά μου, να φιλήσω τις ρυτίδες που σχηματίζονται στην άκρη των ματιών σου όταν χαμογελάς, να κοιμηθώ γυμνή δίπλα σου γι’ άλλη μια φορά, να ξυπνήσω μέσα στο βράδυ και να αναρωτηθώ ποιος είναι αυτός δίπλα μου όπως τότε, να εκπλαγώ ξανά με τα μάτια και τις βλεφαρίδες σου, να ξαναφορέσω εκείνο το φόρεμα που σου άρεσε με την ανοιχτή πλάτη και να βάλεις το χέρι σου κάτω από τη ζακέτα, να εκπλαγώ και πάλι με τον εαυτό μου και τα όριά μου.

Εσένα θέλω.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Το όνομά μου.

(Στο μπλογκ αυτό προσπαθώ να δημοσιεύω κείμενα δικά μου.
Σήμερα όμως, έπεσα τυχαία πάνω στη διήγηση αυτή και κατάφερα να κλάψω μετά από καιρό.
Δεν θα πω ότι θα μπορούσα να το έχω γράψει εγώ.
Δεν θα μπορούσα.
Θα πω μόνο ότι αυτό το κείμενο είναι Εκείνος κι εγώ.)

Του Οδυσσέα Ιωάννου.

Και τώρα πρέπει να βρω δυο λόγια να σου πω.
Τις βρήκα έτοιμες τις λέξεις. Δεν έφτιαξα καμμία μόνη μου. Αυτό είναι άδικο για σένα. Θέλω να βρω κάτι που να είναι μόνο για σένα. Να μην χωράνε μέσα τόσοι και τόσοι. Δεν ήσουνα σαν τόσους και τόσους.
Δεν θέλω να σε ντύσω με φορεμένα ρούχα. Φθαρμένους αγκώνες και γόνατα, θα΄ναι σαν να σε ντύνω με λυγίσματα, σαν να προδίδω πως εγώ τουλάχιστον σε είχα δει να κλαις. Γιατί να τους το πω; Θα καίγονται να μάθουν πως ήσουν ίδιος με κείνους, πως δεν ήσουν δα και κάτι διαφορετικό. Δεν θα τους αφήσω να σε θυμούνται στα μέτρα τους. Αν δεν πονάνε κάθε φορά, αν δεν τους σκοτώνει που δεν σε έζησαν, που δεν ήταν εκείνοι αυτό που ήμουν εγώ για σένα, που δεν θα γίνουν ποτέ αυτό που ήσουν εσύ για μένα, ας μην σε θυμούνται καθόλου.

Στον δρόμο, φεύγοντας, σταύρωσα με δύο παιδιά. Το ένα σου έμοιαζε, σε εκείνη την φωτογραφία με τους γονείς σου σε μία θάλασσα που δεν θυμόσουν.

Και με ρώτησαν: «τι τον είχες;»
Ρώτησαν εμένα τι σε είχα!

Τους είπα πως ήσουν το όνομά μου.
Από δω και πέρα πια, μπορούν να με φωνάζουν όπως θέλουν.

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Για τη «Ρόζα».

Έξι χρόνια πριν -ήμουν στην α’ λυκείου θυμάμαι- είχαμε πάει για φαγητό σε μια ψαροταβέρνα στον Μακρύγιαλο Πιερίας. Κάποια στιγμή στο μαγαζί άρχισε να παίζει η «Ρόζα». Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγα το τραγούδι αλλά εκείνη τη μέρα πρόσεξα τους στίχους. Όταν τελείωσε είπα στον μπαμπά μου: «Καταλαβαίνω ότι λέει κάτι πολύ σημαντικό, όμως δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι αυτό.» Ούτε εκείνος ήξερε να μου πει.

Τρεισήμισι χρόνια πριν, τον Ιούνιο του 2011, έδιναν συναυλία στη Θεσσαλονίκη ο Μητροπάνος, ο Κότσιρας κι ο Μπάσης. Μόλις είχα τελειώσει με τις πανελλήνιες και δεν είχα μετακομίσει ακόμη. Μάθαμε για τη συναυλία με μια φίλη μου και ενώ θέλαμε πολύ να πάμε, αμφιταλαντευόμασταν γιατί ξέραμε ότι θα ταλαιπωρηθούμε με τις μετακινήσεις και τη διαμονή. Τελικά αποφασίσαμε να πάμε. Από το άγχος μας μη χαθούμε στην πόλη, ξεκινήσαμε αρκετές ώρες νωρίτερα, φτάσαμε από τους πρώτους στο Θέατρο Γης και καταφέραμε να πιάσουμε θέση στην πρώτη σειρά. Το ζεϊμπέκικο του Μητροπάνου στη «Ρόζα» είναι από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της ζωής μου. Το Θέατρο Γης σειόταν ολόκληρο. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που άκουσα τον Μητροπάνο από κοντά. Εκείνη η συναυλία ήταν η τελευταία του στη Θεσσαλονίκη.

Σήμερα, παλεύοντας -με ελαφρώς περισσότερα εφόδια- να «ξεκλειδώσω» τους στίχους του ίδιου τραγουδιού, αυτή τη φορά στα πλαίσια της διπλωματικής μου, νιώθω δέος για τη ζωή και το τι μπορεί να μου επιφυλάσσει στην επόμενη γωνία.