Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Ανεπίδοτο.

Πέντε-έξι φωτογραφίες όλες κι όλες. Ασπρόμαυρες. Πρέπει να είχες γαλάζια μάτια.

«Εύθραυστος».  Τόσες αναλύσεις κι όμως, αυτή τη λέξη θυμάμαι μόνο από εκείνο το άρθρο μία εβδομάδα μετά.

Θραύσματα σου σκορπισμένα δεξιά κι αριστερά. Λάθος. Μόνο αριστερά.

Ένα παζλ καταδικασμένο να μείνει ανολοκλήρωτο. Κάποια ελάχιστα κομμάτια του είναι κρυμμένα στους λίγους εκείνους στίχους που γράφτηκαν για σένα.

Κάποια άλλα πέφτουν από τις τσέπες φίλων και γνωστών. Άλλα περήφανα κι άλλα αφελώς. Υπάρχουν κι αυτά που μοιάζουν με δραπέτες που η λαχτάρα τούς κάνει να μην υπολογίσουν σωστά τα πράγματα. Ώσπου να αντικρίσουν τον ήλιο, οδηγούνται πάλι στο κελί τους.

Όσο μεγαλύτερη σύγχυση μου προκαλείς, τόσο πιο ξεκάθαρα βλέπω. Με βοηθάς να αντιμετωπίσω τις ιστορικές μου ενοχές. «Όλα ήταν ανάγκη.», μου φωνάζεις. «Ανάγκη και κακή τύχη.», συμπληρώνω εγώ.

Ταυτόχρονα, με γεμίζεις με νέες ενοχές, άλλου είδους. «Τι θέλεις και τα σκαλίζεις;» με ρωτάς. «Είναι ανάγκη, συγγνώμη.», απαντώ εγώ.

Τα μάτια σου θα με στοιχειώνουν κι ας τα γνώρισα μόνο μέσα από τις λίγες αυτές φωτογραφίες. Καλύτερα. Έτσι θα μείνουν για πάντα όπως ακριβώς τα πρωτοαντίκρισα. Προστατευμένα από τη φθορά.

Αυτό που με πονάει περισσότερο είναι αυτό που δεν θα ‘πρεπε να ξέρω. Μου προκαλεί ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά κάθε φορά που έρχεται στο νου μου. Όπως ρίγος μου προκαλεί ολόκληρη η ύπαρξή σου.

Μη με μαλώνεις, δεν είναι οίκτος. Είναι που αποδεικνύεται γι’ άλλη μία φορά πως δεν υπάρχει ίχνος δικαιοσύνης στον κόσμο αυτό. Κι αυτό ανάγκη ήταν; Πες μου. Η ζωή σου με πληγώνει περισσότερο από τον θάνατό σου, καλέ μου.

*Μπορεί να άργησε λίγο καιρό αλλά αυτός είναι ο δικός μου -ταπεινός- φόρος τιμής.  Σ’ ευχαριστώ.