Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Μεθεόρτιο.

Θέλω να σου γράψω και μετά σκέφτομαι μήπως δεν πρέπει να σου γράψω για να μη σε αποσυντονίσω αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω και στην τελική δεν ξέρω αν πρέπει να το ελέγξω, αλλά να, είναι που περίμενα πώς και πώς να έρθω σπίτι να διαβάσω και να ξεκουραστώ και τελικά δεν μπορώ να διαβάσω, ούτε θέλω να ξεκουραστώ, με πνίγει το σπίτι και η πόλη, ακόμη και η Θεσσαλονίκη θα με έπνιγε σήμερα, ή μήπως είναι η ίδια η ζωή μου που δεν με χωρά; Δεν μπορώ να μείνω σπίτι, δεν μπορώ, νυχτώνει και νωρίς, παίρνω τα βιβλία και πηγαίνω σε ένα καφέ όπου νιώθω ότι με κοιτάζουν όλοι και πάλι δεν διαβάζω αλλά κάθομαι και σου γράφω και δεν ξέρω αν θα βρω το θάρρος να σου το στείλω να το διαβάσεις ή θα ντραπώ, όμως καμία σημασία δεν έχει γιατί θέλω απλώς να τα βγάλω από μέσα μου. Θα μπορούσα να τα πω κάπου, όμως πού να τα πω όταν δεν ξέρω τίποτα, ούτε τι νιώθω, ούτε τι σκέφτομαι, ούτε τι θέλω, τίποτα, αλλά ας μη γλιστρήσω στο μελό, όχι ότι το έχω αποφύγει ως τώρα, όμως να, τα γλυκερά λόγια και τα ζαχαρωμένα συναισθήματα πάντα τα σιχαινόμουν και τώρα σα να πέφτω κι εγώ στην παγίδα. Ξέφυγα όμως, κι όλος αυτός ο μονόλογος κανένα νόημα δεν έχει και καμία λύση δεν δίνει, μόνο επικυρώνει το χάος και του δίνει σώμα, αν όχι σάρκινο, τουλάχιστον από γράμματα, τροφοδοτεί το χάος που μεγαλώνει και μεγαλώνει και έρχεται να τα καταπιεί όλα: το μέλλον, τις προοπτικές κι εμάς τους ίδιους. 

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Εξημέρωση.

Ημέρωσε για ένα βράδυ.
Ίσα για να προλάβω να σε λατρέψω όπως σου πρέπει.
Να γλείψω τις παλάμες σου, να μετρήσω τους σπόνδυλους στη μέση σου, να χαϊδέψω τις καμπύλες στην πατούσα σου, να φιλήσω τις ελιές στο σώμα σου, να προσκυνήσω τα σημάδια στα γόνατά σου.
Κι ύστερα γίνε πάλι θηρίο. 
Γέλα με το χλευαστικό σου εκείνο γέλιο και σκίσε με τα δόντια σου κομμάτια απ’ τις σάρκες μου.
Να ενσαρκωθώ εγώ ό,τι σε έκανε αγρίμι.
Να επωμιστώ εγώ το μίσος όλου του κόσμου. 

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Αθήνα.

Την Αθήνα μέσα από τα τραγούδια του Άλκη Αλκαίου τη γνώρισα. Πολύ πριν την περπατήσω. Θυμάμαι το βράδυ πριν κατέβω για πρώτη φορά να ακούω ξανά και ξανά το δίσκο «Η αγάπη είναι ζάλη» και να φαντάζομαι την Πειραιώς του «Είπαμε να μη χαθούμε». Ακόμη έχω στη μνήμη μου τη φανταστική εκείνη Πειραιώς που καμία σχέση δεν είχε τελικά με την πραγματικότητα. Και όταν έφτασα στην Αθήνα, χάιδευα –θυμάμαι– με το βλέμμα μου τα οικεία τοπωνύμια: Πατησίων, Ομόνοια, Βικτώρια, Μετς, Παγκράτι, Πλατεία Ασωμάτων. Τότε η Αθήνα έμοιαζε να βρίσκεται στην άλλη άκρη της γης, πολύ μακριά από την πραγματικότητά μου.

Με το πέρασμα των χρόνων άρχισα να κατεβαίνω όλο και πιο συχνά –ή καλύτερα– όλο και πιο εύκολα. Περπάτησα –ελάχιστα, ομολογώ– την πόλη, πρώτα με φίλους κι αργότερα μόνη. Αργότερα φιλοξένησε στους δρόμους της και μια ερωτική μου παραζάλη. Άρχισα δηλαδή να δημιουργώ τις δικές μου αναμνήσεις, να ζω στους δρόμους της στιγμές συμπυκνωμένης ζωής. Και η Αθήνα έμοιαζε να πλησιάζει σιγά-σιγά στην πραγματικότητά μου.

Παρ’ όλα αυτά ξέρω ότι η Αθήνα ποτέ δεν θα γίνει δικός μου τόπος. Γιατί δεν θα πάψω ποτέ να την αντικρύζω με φίλτρο τα τραγούδια εκείνα· και πάντα ένα μέρος της θα ανήκει στο χώρο του φαντασιακού. «Η εποχή της φωτιάς» –που τόσο νοσταλγώ κι ας μην έζησα– θα αναβιώνει πάντα καθώς θα περπατάω τη Στουρνάρη. Η Σταδίου κι η Πειραιώς ποτέ δεν θα ‘ναι δύο απλοί δρόμοι, αλλά τόπος συνάντησης δύο παλιών συναγωνιστών που δεν τους ενώνει πλέον τίποτα. Όταν θα ανεβαίνω την Πατησίων, πάντα θα ψάχνω εκείνη την κάθετή της, την Παραμυθιού, και στη Βερανζέρου πάντα θα αναζητώ τα ίχνη που άφησαν πίσω τους κάτι ναυαγισμένα όνειρα. Όταν θα τριγυρίζω στην Ομόνοια θα σιγοτραγουδάω τη «Σκακιέρα», ενώ η Βικτώρια –όχι πλατεία Βικτωρίας, Βικτώρια – πάντα θα είναι ένας τόπος νυχτερινής περιπλάνησης κι αναζήτησης - ένα σκοτεινό μπαρ μία κρύα και υγρή ανοιξιάτικη νύχτα. Γι’ αυτό, Βικτώρια και πογκρόμ είναι για μένα δύο λέξεις αλληλοαναιρούμενες. Γιατί η δική μου Βικτώρια –και πολλών άλλων ευτυχώς– μόνο με την αλληλεγγύη μπορεί να συνυπάρξει.

Γιατί –στο κάτω-κάτω– κάπου στην Αθήνα υπάρχει ένας τοίχος που γράφει "είμαστε όλοι μετανάστες"».

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Νυχτερινό.


Για τον Κ. Σ.

Δεν με ενδιαφέρει ποιος είσαι. Θα σε επινοήσω από την αρχή, αφού πρώτα σε αποδομήσω και κρατήσω μονάχα το φως του δέρματός σου και το ασυμβίβαστο της φλέβας σου. Κι έπειτα θα κλείσω τα μάτια, να μη σε βλέπω γυμνό μπροστά σε μάτια βιαστές.

Ενσαρκώνεις τη διττή επιβεβαίωση της αναλλοίωτης ουσίας του ανθρώπου. Παγιδευμένος στη μικρότητα του μικρόκοσμού σου, αναζητάς φυγές, βρίσκοντας στη δυστυχία των άλλων παρηγοριά για ό,τι ζεις. Προσπαθώντας να τρέξεις μακριά από τον εαυτό σου, ολοένα μεγαλώνεις τη χωμάτινη λακούβα που σου κληροδοτήθηκε και βουλιάζεις ανεπιστρεπτί.

Εκπορνεύεσαι εκούσια, παλεύοντας να πείσεις για τις καλές σου προθέσεις. Στο ίδιο παιχνιδάκι μπλέκομαι κι εγώ, μα χωρίς πληρωμή και κυρίως χωρίς αυταπάτες.

Πιστεύω να κατάλαβες τι προσπαθώ να κάνω. Για να ξορκίσω τις ενοχές μου, σου επιτίθεμαι. Για να ξεσκίσω εκείνες, ξεσκίζω πρώτα εσένα. Και στο αίμα σου βαφτίζομαι και πάλι «εγώ».