Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Αδιέξοδο.

Είναι κι αυτά τα βράδια που η μοναξιά γίνεται τόσο συμπαγής που αποκτά υπόσταση. Σου παραλύει το χέρι και δεν μπορείς να γράψεις, τα πόδια και σκέφτεσαι πώς θα καταφέρεις να συρθείς ως το κρεβάτι. Και σου δημιουργεί κι εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι, σαν πένθος. Το παρελθόν και το μέλλον δεν υπάρχουν. Το παρελθόν ήταν μια ψευδαίσθηση, το μέλλον δεν θα έρθει ποτέ. Όλη σου η ύπαρξη συμπυκνώνεται στο παρόν, στο θλιβερό παρόν. Ψάχνεις από κάπου να πιαστείς. Ό,τι σου έχει απομείνει είναι λίγοι στίχοι, λίγα ποιήματα και μία έμμονη ιδέα. Εκείνος.

Είναι κι αυτή η διαύγεια της Άνοιξης και του Μάη που σε κάνει να θέλεις να βάλεις λίγη ποίηση στη ζωή σου και στη ζωή του. Αλλά φοβάσαι. Ίσως γιατί για πολλούς δεν είναι ευδιάκριτα τα όρια μεταξύ της ποίησης και της τρέλας.

Αχ, πόσο όμορφοι θα μπορούσαμε να είμαστε οι άνθρωποι.