Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Ζωή.

Ο καφές το πρωί στο χωριό.
Η δροσιά. Το «Χρώμα» στο αυτοκίνητο. 
Το γάλα κακάο έξω από τα Γρεβενά.

Η Πάργα.
Η Αγίων Αναργύρων.
Η θέα από το μπαλκόνι.

Το σπίτι με τα πανέμορφα λουλούδια που το κάλυπταν ολόκληρο.
Η πρόθεσή μου να το φωτογραφήσω χωρίς να το κρύβουν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
Η αποτυχία να το κάνω.

Η πρώτη βόλτα. Ο αποτυχημένος καφές.
Τα παιδιά που πουλούσαν κοχύλια.
Η Νεφέλη που πετούσε πέτρες στη θάλασσα.

Το γήπεδο που τελικά δεν ήταν πολύ μακριά.
Το φεγγάρι απέναντί μας που μας κρυφοκοίταζε πίσω από τα σύννεφα.

Τα κρουασάν σοκολάτας.
Η σκέψη να κολυμπήσω ως το νησάκι της Παναγίας που δεν πραγματοποίησα.
Η «Ρόζα» που έπαιζε στην ταβέρνα όταν πήγαμε.

Οι κουνημένες και αποτυχημένες φωτογραφίες στο Κάστρο.
Ο συνδυασμός μουσικής, τόπου και θέας το βράδυ.
Οι αφίσες στον τοίχο του μαγαζιού.

Η αδυναμία μου να διαβάσω έστω και μία σελίδα.
Η άρνηση δηλαδή να «ταξιδέψω» οπουδήποτε αλλού.
Για να μη χάσω έστω και μία στιγμή από το παρόν.

Ο πρώτος καλός καφές δίπλα στην άγκυρα.
Τα παιδιά που έπαιζαν στον Πόντε.
Τα χειροποίητα σαπούνια.

Η βουτιά στους Αντίπαξους.
Το καρπούζι.
Ο πιτσιρικάς του «Captain Hook» που δε μάθαμε πώς λένε.
Το κατάρτι.

Τα κόμικς που διαβάσαμε σε ένα παγκάκι στους Παξούς.
Το γαλάζιο σπίτι με τη μωβ μπουκαμβίλια.

Η πανσέληνος πάνω από το νησάκι της Παναγίας.
Το ταχυδρομείο.

Η πρωινή περιπλάνηση.
Ό,τι έγραψα στο ημερολόγιο ενώ καθόμουν στα βράχια.
Η μουσική που άκουσα κοιτώντας τη θάλασσα.

Το ανθοπωλείο.
Η αναζήτηση του Τουρκοπάζαρου.
Το «θρίλερ» στον Πόντε και η βαρκαρόλα του.

Ένα χτύπημα στην πόρτα στις 5:25 τα ξημερώματα.
Το βλέμμα που ανταλλάξαμε όταν έκλεισε η πόρτα.
Η μυρωδιά του καφέ.

Το μπαλκόνι.
Η Πάργα που κοιμάται.
Το κάτω μπαλκόνι.
Το φεγγάρι που δεν είχε δύσει.
Ο ήλιος που είχε αρχίσει να ανατέλλει.
Το τραγούδι που ψιθυρίζαμε.
Το τσιγάρο που έλειπε.
Κάτι ακόμη που έλειπε.

Ο αποχαιρετισμός.
Η υπόσχεση.
Μια αγκαλιά που δείλιασα να ζητήσω.

Ο θόρυβος της βαλίτσας στο πλακόστρωτο.
Τα γέλια στο λεωφορείο.
Ό,τι μάθαμε και ό,τι δε μάθαμε.

Το λεωφορείο στη διαδρομή Πρέβεζα-Θεσσαλονίκη.
Οι πρώτες θέσεις. Ο οδηγός. 
Πάλι το γάλα κακάο έξω από τα Γρεβενά.
Η Θεσσαλονίκη που πρώτη φορά λυπόμουν που έβλεπα. 

Και κυρίως, όλα αυτά που δε θα μπορέσω ποτέ να εκφράσω με λόγια.
Κερδισμένες μέρες αληθινής ζωής.

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Παραμιλητό.

"...βγάλε τα μαύρα σου γυαλιά να δω τη θάλασσα, άλλαξα μέτρα και σταθμά, καημό δεν άλλαξα..."

Όλο μου το «είναι» έχει πλημμυρίσει από έξι μέρες. Σα να μην υπήρξε τίποτα πριν και να μην πρόκειται να υπάρξει τίποτα από εδώ και πέρα. Τις σφίγγω αλλά ξεγλιστράνε και χάνονται. Και πώς να αναστήσεις κάτι που χάθηκε; Το μόνο που μου μένει είναι να θρηνώ τις στιγμές που άφησα να πάνε χαμένες επειδή φοβήθηκα. Φοβήθηκα και τώρα το πληρώνω με νοσταλγία, παραισθήσεις και όνειρα σκοτεινά, γεμάτα φθινόπωρο και σκόρπιες φωτογραφίες. Το πληρώνω με το να σε αναζητώ σε πρόσωπα αγνώστων, κι εκεί που νομίζω ότι σε βρίσκω, να σε χάνω όλο και περισσότερο. Καμία σημασία δεν έχει, θα μου πεις. Αλλά να, παρ’ όλο που ξέρω ότι οι άγγελοι δεν έχουν μορφή, είμαι άνθρωπος κι έχω τις αδυναμίες μου. Σου ζητώ συγγνώμη. Κι αναρωτιέμαι: αν αποφασίσω μια μέρα να σε ξεριζώσω από μέσα μου, θα μείνει τίποτα από μένα; Νιώθω τόσο ανάξια να μιλώ για σένα αλλά δεν το ελέγχω. Αν ένα εντελβάις μπορούσε να μου χαρίσει μία στιγμή δίπλα σου, θα γυρνούσα όλο τον κόσμο μαζεύοντας ως και τον τελευταίο ανθό. Δεν πειράζει όμως. Εξάλλου κάθε μέρα που περνάει είναι ένα βήμα προς εσένα. Παίρνω τις λέξεις σου και τις γεύομαι. Τις παίζω σαν καραμέλα στο στόμα μου. Πότε με γεμίζουν με γλύκα και πότε με πικραίνουν. Τις τεμαχίζω σε κάθε τους συνθετικό, ψάχνω κάθε πιθανό τους, κρυμμένο νόημα. Και πάλι νιώθω ανάξια. Ανάξια να το ανακαλύψω. Ταυτόχρονα όμως και τυχερή κι ευγνώμων που μιλώ την ίδια γλώσσα με σένα. Ή περίπου την ίδια. Είναι κι αυτοί οι παρελθοντικοί χρόνοι και κάτι λέξεις αδυσώπητες που δε σηκώνουν δεύτερη κουβέντα που δε μπόρεσα ακόμη να συνηθίσω. «Στη μνήμη». 

Σπατάλησα πολύ χρόνο ψάχνοντας τα μάτια σου στον ουρανό. Μα είναι δυνατόν να μην είχα καταλάβει πως μόνο η θάλασσα σου ταιριάζει;