Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Παραμιλητό.

"...βγάλε τα μαύρα σου γυαλιά να δω τη θάλασσα, άλλαξα μέτρα και σταθμά, καημό δεν άλλαξα..."

Όλο μου το «είναι» έχει πλημμυρίσει από έξι μέρες. Σα να μην υπήρξε τίποτα πριν και να μην πρόκειται να υπάρξει τίποτα από εδώ και πέρα. Τις σφίγγω αλλά ξεγλιστράνε και χάνονται. Και πώς να αναστήσεις κάτι που χάθηκε; Το μόνο που μου μένει είναι να θρηνώ τις στιγμές που άφησα να πάνε χαμένες επειδή φοβήθηκα. Φοβήθηκα και τώρα το πληρώνω με νοσταλγία, παραισθήσεις και όνειρα σκοτεινά, γεμάτα φθινόπωρο και σκόρπιες φωτογραφίες. Το πληρώνω με το να σε αναζητώ σε πρόσωπα αγνώστων, κι εκεί που νομίζω ότι σε βρίσκω, να σε χάνω όλο και περισσότερο. Καμία σημασία δεν έχει, θα μου πεις. Αλλά να, παρ’ όλο που ξέρω ότι οι άγγελοι δεν έχουν μορφή, είμαι άνθρωπος κι έχω τις αδυναμίες μου. Σου ζητώ συγγνώμη. Κι αναρωτιέμαι: αν αποφασίσω μια μέρα να σε ξεριζώσω από μέσα μου, θα μείνει τίποτα από μένα; Νιώθω τόσο ανάξια να μιλώ για σένα αλλά δεν το ελέγχω. Αν ένα εντελβάις μπορούσε να μου χαρίσει μία στιγμή δίπλα σου, θα γυρνούσα όλο τον κόσμο μαζεύοντας ως και τον τελευταίο ανθό. Δεν πειράζει όμως. Εξάλλου κάθε μέρα που περνάει είναι ένα βήμα προς εσένα. Παίρνω τις λέξεις σου και τις γεύομαι. Τις παίζω σαν καραμέλα στο στόμα μου. Πότε με γεμίζουν με γλύκα και πότε με πικραίνουν. Τις τεμαχίζω σε κάθε τους συνθετικό, ψάχνω κάθε πιθανό τους, κρυμμένο νόημα. Και πάλι νιώθω ανάξια. Ανάξια να το ανακαλύψω. Ταυτόχρονα όμως και τυχερή κι ευγνώμων που μιλώ την ίδια γλώσσα με σένα. Ή περίπου την ίδια. Είναι κι αυτοί οι παρελθοντικοί χρόνοι και κάτι λέξεις αδυσώπητες που δε σηκώνουν δεύτερη κουβέντα που δε μπόρεσα ακόμη να συνηθίσω. «Στη μνήμη». 

Σπατάλησα πολύ χρόνο ψάχνοντας τα μάτια σου στον ουρανό. Μα είναι δυνατόν να μην είχα καταλάβει πως μόνο η θάλασσα σου ταιριάζει;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου