Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Πρωινό Παρασκευής.

«Είναι το σώμα σου γεμάτο ναρκοπέδια, σκιά που κρύβεται στη νύχτα του καθρέφτη, μέσα μου βλέπω πυρκαγιές και μαύρα σχέδια, όμως σε θέλω μ' ένα πάθος χαρτοπαίχτη...»

Ξυπνάω και σηκώνομαι από το κρεβάτι. Ζαλίζομαι. «Από το ξενύχτι και την αϋπνία θα ‘ναι. Δεν ήταν και ύπνος αυτός.» Ιδρώτας, κρύο, ξανά ιδρώτας, σκέψεις ανακατεμένες με τον ύπνο, εφιάλτες με τρένα που φεύγουν και τρέχω να προλάβω και με μυστικά που πρέπει να παραμείνουν κρυμμένα. Πηγαίνω στο μπάνιο. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Τα μάτια μου είναι γεμάτα μουτζούρες. Ξέχασα να ξεβαφτώ χθες. Παρατηρώ το σημείο δίπλα στο πηγούνι μου. Δεν υπάρχει καμία ορατή διαφορά. Αόρατη πάλι… Ρίχνω νερό στο πρόσωπό μου μήπως συνέλθω. 

«Η ώρα είναι για πρωινό ή για μεσημεριανό; Ας μην πιω καφέ, το στομάχι μου είναι ήδη χάλια.» Ανοίγω το ψυγείο. Είναι άδειο. Το ξανακλείνω. Κάθομαι στον καναπέ και κοιτάζω γύρω μου. Το σπίτι άνω-κάτω, όπως το μυαλό μου. Ρούχα στο πάτωμα και στον καναπέ, άπλυτα πιάτα, στεγνές λάσπες από τα ξημερώματα. Παντού τριγύρω εκκρεμότητες. Μια μισοτελειωμένη εργασία, ένα βιβλίο παρατημένο στη μέση, το ημερολόγιο στο οποίο δεν έγραψα εδώ και μέρες. «Ώστε αυτό είναι η φοιτητική ζωή;» 

Σε δυο ώρες έχω μάθημα. «Θα πάω για να μη σκέφτομαι.» Η σκέψη συνεπάγεται τον πόνο. Η σκέψη μ’ έφερε σ’ αυτό το σημείο. Θέλω να νεκρώσω το μυαλό μου μέχρι να περάσει όλο αυτό. Γιατί αυτή η αντιστροφή συναισθημάτων; Ξαφνικά είδα την αλήθεια; Είναι άδικο. Ας την έβλεπα τουλάχιστον από την αρχή. Τώρα είναι αργά. «Λόγια, φιλιά, γυαλιά σπασμένα, στα χέρια μου τα τρελαμένα, κι αν είναι αργά να σε κερδίσω, είναι νωρίς να κάνω πίσω…» Αυτός φταίει. Όχι, εγώ φταίω. Πάντα εγώ φταίω. Είμαι ράκος. Δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Δεν θα πάω στο μάθημα. Θα μείνω σπίτι ν’ αυτοκαταστραφώ λίγο ακόμη. 

Σήμερα έχει ωραία μέρα έξω, όμως εγώ δεν μπορώ να τη δω. Σήμερα ζηλεύω τους λογικούς ανθρώπους, τους ανθρώπους που τις άλλες μέρες λυπάμαι. Σήμερα θα ήθελα να γίνω ένας απ' αυτούς. Κι έτσι να παραμείνω από δω και πέρα. Να φύγει από πάνω μου αυτή η κατάρα. 

Παλεύω να πείσω τον εαυτό μου πως κι αυτά τα συναισθήματα μέσα στο παιχνίδι είναι, πως κερδίζω κάτι απ' όλον αυτόν τον πόνο. «Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει, να το θυμάσαι μικρή μου καρδιά…» Παλεύω να πείσω τον εαυτό μου ότι σημασία έχει να μαζεύεις στιγμές κατά τις οποίες αισθάνθηκες ζωντανός, ανεξάρτητα με το αν είναι καλές ή κακές. Ότι οφείλεις να τις φυλάς όλες προσεκτικά γιατί είναι αυτές που διαμόρφωσαν την ψυχοσύνθεσή σου. Αν μπορούσες να αφαιρέσεις τις άσχημες στιγμές, θα αφαιρούσες και κομμάτια του εαυτού σου. 

Παλεύω να πείσω τον εαυτό μου. Γιατί δεν τα καταφέρνω;