Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Εαρινό.


Μπαίνω στο σπίτι. Δεν ανάβω φώτα. Μου αρκεί το φως που μπαίνει από το παράθυρο. Λες και φοβάμαι μήπως χαθεί η μαγεία. Το μυαλό μου είναι τόσο άδειο και τόσο πλημμυρισμένο την ίδια στιγμή. Έχω μείνει άναυδη από την ένταση του συναισθήματος. Δεν βρίσκω λέξεις ούτε για να σκεφτώ. Μια εικόνα και ένα βουητό μόνο. Ανοίγω το παράθυρο, έξω μυρίζει Άνοιξη. Ψάχνω γι’ αστέρια, δε βλέπω κανένα. Κοιτάω τους λίγους ανθρώπους που περνούν. Κρυώνω αλλά δεν με νοιάζει. Θέλω να μιλήσω σε κάποιον, να παλέψω να το εξηγήσω όλο αυτό. Όλοι είναι απασχολημένοι. Είμαι μόνη. Συνήθως το απολαμβάνω, σήμερα με πονάει. Θέλω να προφυλάξω τον εαυτό μου, να υψώσω ένα τείχος, να κρατήσω μία υποτυπώδη άμυνα. Δεν μπορώ. Είμαι παραδομένη άνευ όρων. Είμαι πιο αδύναμη από ποτέ. Ψάχνω να κρατηθώ από κάπου. Ψάχνω κάτι που θα λύσει τον κόμπο στο στομάχι μου έστω προσωρινά. Βάζω μουσική. Κάπως καλύτερα. Κοιτάω την ώρα. Μένω έκπληκτη. Έχουν περάσει δύο ώρες που γύρισα σπίτι και είναι λες και πέρασαν δέκα λεπτά. Πρέπει να κοιμηθώ σύντομα για να ξυπνήσω αύριο νωρίς. «Αυτό ήταν.», σκέφτομαι και με πλημμυρίζουν δάκρυα ευγνωμοσύνης. «Έφτασε η στιγμή να διαβάσω την «Εαρινή Συμφωνία».»
 
Κι αυτό που θα ήθελα περισσότερο: 
Αφού τη διαβάσω, 
να σου γράψω κάτι στην πρώτη σελίδα 
και να αφήσω το βιβλίο έξω από την πόρτα σου. 

1 σχόλιο:

  1. Εαρινή διαύγεια

    Ανοιξιάτικη νύχτα στην εξοχή. Κρατώντας σφιχτά στα χέρια της το αγαπημένο της βιβλίο, η Μαρία Γεωργιάδου περπατά κατά μήκος ενός ήσυχου ποταμού.
    Για λίγα δευτερόλεπτα κάποιο μυστήριο συμβαίνει στα μάτια της. Ψάχνει το φεγγάρι, όμως δυσκολεύεται να το βρει στο σώμα του ουρανού.
    Κοιτάζει καλύτερα. Στρέφει τα όμορφα μάτια της στο σώμα του ουρανού και το εξερευνά σα να επρόκειτο να εξερευνήσει μια ανθρώπινη ύπαρξη, ένα όνειρο, ένα βιβλίο ή τις απάνεμες ακρογιαλιές της ψυχής της.
    Τελικά καταφέρνει να το αντικρίσει. Το φεγγάρι βρίσκεται στην αριστερή ανοιχτή πλευρά του ουρανού και φωτίζει την εξοχή και τα νερά του ποταμού κάτω από τα λίγα ανοιξιάτικα νυχτερινά σύννεφα.
    Αστράφτουν οι εκβολές του ποταμού στο φως του ως πέρα στη θάλασσα κι ο μπουρινιασμένος ουρανός προς το βάθος της πεδιάδας βρίσκεται ξαφνικά μέσα σε ένα κύμα από φως όπως και οι επιθυμίες της Μαρίας.
    Η καταιγίδα απόμεινε εκεί, στο βάθος, χωρίς να εξαπλώνεται ούτε και να ξεσπάει, αμετακίνητα σκοτεινή, ένας μόνος μαύρος πέτρινος θόλος.
    Η Μαρία το γνωρίζει πως η καταιγίδα δεν πρόκειται να ξεσπάσει όπου η ίδια περπατά, γιατί η φύση σέβεται την ομορφιά της. Το γνωρίζει, αλλά δεν επιθυμεί ακόμη να το ανακοινώσει σε κανέναν.
    Σφίγγοντας πάντα το βιβλίο, την "Εαρινή Συμφωνία" η Μαρία φτάνει σε ένα λευκό κιγκλίδωμα στις όχθες του ποταμού. Στέκεται εκεί και κοιτάζει την κωμική λευκότητα του κιγκλιδώματος σε σχέση με τη λειτουργία που έπρεπε να επιτελεί, να εμποδίζει δηλαδή την πρόσβαση προς το ποτάμι.
    Είναι όλα συμβολικά, σχεδόν μαγικά, σκέφτεται η Μαρία. Και απευθυνόμενη σε μια οπτασία που η ίδια είχε δημιουργήσει με αγάπη κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα με τις δύσκολες νύχτες, λέει ότι το λευκό χρώμα με φόντο το νερό ή το όνειρο ήταν πάντα για την ίδια ένα πρόβλημα άλυτο, απύθμενο.
    Για πρώτη όμως φορά αποφασίζει να αγνοήσει το πρόβλημα και να αποδεχτεί πως ο ποταμός, η ζωή της, το μέλλον της είναι γεμάτο πολύχρωμα τετραγωνάκια που αναμένουν μια λέξη, μια φράση ή έστω ένα υλικό ή φιλί προκειμένου να ενωθούν σε μια ενιαία πραγματικότητα, υπεραξία της οποίας είναι μόνο τα χέρια της, τα μάτια της, τα όνειρά της.
    Με τη σκέψη αυτή αισθάνεται πιο δυνατή από ποτέ και μπορεί να διαβάσει την "Εαρινή Συμφωνία" μέσα στο φως της δικής της ανοιξιάτικης συμφωνίας με την ευτυχία ακολουθώντας τον ελαφρύ κυματισμό του ποταμού των επιθυμιών της.

    Γιάννης Πολιτόπουλος

    ΑπάντησηΔιαγραφή