Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

"Γράμμα σ' έναν Ποιητή."


«Κι ο Ουγκώ μάς πληροφορεί πως μονάχα η φωνή των ειλικρινών και των μεγάλων, είναι καθάρια και πειστική.»

Μαγικό πλάσμα. Λευκός, καθαρός, γνήσιος άγγελος. Άγγελος άσχημων ειδήσεων. Λερώθηκες από την πληγή του κόσμου, όπως το βαμβάκι από το αίμα.

Βιώνω τη δύση σαν ανατολή. Νιώθω τη μαγεία σου, τη συντροφιά σου και κάτι άλλο που φοβάμαι να ορίσω.

Ψάχνω να βρω τι περιέχεις. Σκαλίζω ό,τι αγαπάς για να το αγαπήσω κι εγώ: το σινεμά, τους ελάσσονες, το κόκκινο, το Ντεπώ και τον Ρεμπώ, τη Σταδίου, την Ομόνοια και την Πατησίων.

Και διαβάζω τα λόγια σου χωρίς μουσική, σαν ποίηση. Περιορισμένα τα αποθέματα δοκιμάζουν τις αντοχές μου. Αχ, μόνο να υπήρχε μετά…

Κλείνω συνωμοτικά το μάτι στον παράξενο σου ερωτισμό.
Απάντησέ μου μόνο: Χάραξε ποτέ;

Η φιγούρα ξεθολώνει κι έχω όσο χρόνο θέλεις.

Ρίχνω τα μαλλιά μου. Πιάσου κι έλα.

2 σχόλια:

  1. Πολύ όμορφο, όπως και το μπλογκ σου.
    Καλώς σε βρήκα και Καληνύχτα:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τα φεγγαρένια γόνατα

    Είναι ένα γλυκό ανοιξιάτικο βράδυ και η Μαρία Γεωργιάδου, το κορίτσι με τα μεταξένια γόνατα, τα σμιλεμένα με δεκάδες αγορίστικα βλέμματα, απολαμβάνει την ηρεμία της φύσης στο πιο ψηλό μπαλκόνι του εξοχικού σπιτιού της.
    Ο ουρανός είναι πεντακαθάρος σαν τα διάπλατα μάτια της και τα άστρα φαίνονταν χιλιάδες. Τα μαλλιά της είναι όμορφα σαν κοχυλένια κουρτίνα.
    Ξαφνικά πίσω από το βουνό αρχίζει να φαίνεται ένα φως. Το φως αυτό όλο και μεγάλωνε και πήγαινε προς τον ουρανό. Ήταν το φεγγάρι. Είχε πανσέληνο! Ήταν μεγάλο και φωτεινό.
    Από που έρχεται το φεγγάρι; Αναρωτήθηκε η Μαρία. Γιατί τη μέρα κρύβεται και βγαίνει μόνο το βράδυ; Σίγουρα εμφανίζεται το βράδυ, για να μας φωτίζει στο σκοτάδι. Παίρνει τη θέση του ήλιου που κρύβεται. Δεν είναι όμως, τόσο ζεστό το φως του φεγγαριού ούτε τόσο δυνατό όσο του ήλιου.
    Καθώς η Μαρία χάνονταν στις σκέψεις της και κοίταζε την πανσέληνο να ανεβαίνει στον έναστρο ουρανό, είδε κάτι που δεν το είχε προσέξει ποτέ άλλη φορά. Πάνω στο φεγγάρι είδε να σχηματίζονται τα θηλυκά της γόνατα.
    Παράξενο, σκέφτηκε η Μαρία. Πώς βρέθηκαν τα γόνατά μου ζωγραφισμένα πάνω στο σώμα του εαρινού φεγγαριού; Μήπως αυτός είναι ο λόγος που την αποψινή νύχτα επικρατεί τόση ησυχία; αναρωτήθηκε χαμηλόφωνα η Μαρία και τα μάτια της έλαμψαν στο φεγγαρόφωτο.
    Δεν άργησε όμως να καταλάβει πως αυτό που βίωνε δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η αποθέωση της ομορφιάς της από την ίδια τη φύση και τα στοιχεία της.
    Άλλωστε, άρχισε να αισθάνεται πως το φεγγαρόφωτο φιλούσε με τα μαγικά του χείλη τα γόνατά της και τα αποθέωνε μέχρι τα πέρατα του σύμπαντος.
    Ζούσε μια ευτυχία που δεν μπορούσε να εξηγηθεί με τη λογική, αλλά η Μαρία γνώριζε πια πολύ καλά πότε να χρησιμοποιεί το μυαλό της και πότε τα συναισθήματά της.
    Αυτό όμως που ακόμα δε γνώριζε, ήταν πως ένα αγόρι που την είχε δει την προηγούμενη ημέρα, είχε μαγευτεί κι αυτό από τα γόνατά της κι επρόκειτο να επιθυμήσει όσο τίποτα άλλο να τα αντικρίσει ξανά, για να πάρουν τα μάτια του μια μικρή έστω δόση από αυτό το υπέροχο θηλυκό σημείο του σώματος της Μαρίας.
    Ήδη πάντως η Μαρία διαπίστωνε πόσο τα φεγγαρένια πια γόνατά της μαγνήτιζαν για πάντα το διάχυτο βλέμμα του φεγγαριού.
    Κι αποκοιμήθηκε εκείνο το βράδυ με τα φεγγαρολουσμένα γόνατά της να της δίνουν την απόλυτη βεβαιότητα της ελπίδας πως εκτός από τον κόσμο της γνώσης κατακτούσε και τον κόσμο συνολικά για πάντα.

    Γιάννης Πολιτόπουλος

    ΑπάντησηΔιαγραφή